Της Αρχοντούλας Τσιλικιώτη
Η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα η απειλή που δέχθηκε η Κύπρος λόγω του πολέμου στο Ιράν, επανέφεραν στο δημόσιο διάλογο το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου. Η ανάγκη για ασφάλεια και στρατηγικό συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου αναδεικνύεται ξανά, σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από εκείνο στο οποίο γεννήθηκε το δόγμα.
Τι είναι το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου
Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου εμπνεύστηκε από τον Ανδρέας Παπανδρέου και θεσπίστηκε το 1993, έπειτα από συμφωνία με τον τότε Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης.
Βασική του αρχή ήταν ότι η ασφάλεια της Κύπρου αποτελεί ταυτόχρονα και ζήτημα εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας. Σε περίπτωση κρίσης, προβλεπόταν ενιαία στρατηγική και επιχειρησιακή αντίδραση.
Στην πράξη, το δόγμα λειτούργησε κυρίως ως εργαλείο αποτροπής και πολιτικού μηνύματος, παρά ως πλήρως επιχειρησιακά υλοποιημένη στρατηγική. Η σταδιακή υποχώρησή του κορυφώθηκε το 2001, όταν ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε.
Η στάση της κοινής γνώμης
Σύμφωνα με στοιχεία δημοσκόπησης της εταιρείας Interview, η παροχή στρατιωτικής συνδρομής προς την Κύπρο (όπως αποστολή φρεγατών ή αεροσκαφών) συγκεντρώνει υψηλό επίπεδο αποδοχής: περίπου το 75% των πολιτών δηλώνει ότι συμφωνεί ή μάλλον συμφωνεί με τις σχετικές κυβερνητικές επιλογές, έναντι 22% που διαφωνεί και 3% που δεν εκφράζει άποψη.
Όπως αναφέρει στην «Π» ο Δημήτρης Βασιλειάδης, διευθυντής της εταιρείας δημοσκοπήσεων Interview η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφέστατη. Η στήριξη της κοινωνίας προς την παροχή στρατιωτικής συνδρομής της Ελλάδας προς την Κύπρο φτάνει περίπου το 75%, ποσοστό που υπερβαίνει σημαντικά τα εκλογικά όρια της Νέα Δημοκρατία. Αυτό, όπως επισημαίνει, δείχνει ότι πολίτες και από άλλους πολιτικούς χώρους αναγνωρίζουν την ορθότητα της συγκεκριμένης επιλογής.
Παράλληλα, τονίζει πως η συνδρομή στην άμυνα της Κύπρου για την Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή εξωτερικής πολιτικής, αλλά «μονόδρομο». Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ό,τι συμβαίνει στην Κύπρο επηρεάζει άμεσα την Ελλάδα και αντίστροφα, επιβεβαιώνοντας στην πράξη τη λογική του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου.
Τέλος, επισημαίνει ότι η άμεση αντίδραση της Ελλάδας αξιολογείται θετικά από την κοινή γνώμη, καθώς ενίσχυσε την εικόνα της χώρας ως αξιόπιστου και πρώτου παράγοντα παρέμβασης στην περιοχή, πριν ακόμη κινητοποιηθούν άλλοι ευρωπαϊκοί σύμμαχοι.
Η πολιτική διάσταση
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε πρόσφατη συνέντευξή του υπογράμμισε ότι η Ελλάδα ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που αντέδρασε, αποστέλλοντας στρατιωτικά μέσα στην περιοχή.
Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε, «στηρίξαμε τα αδέρφια μας της Κύπρου, πρώτη ευρωπαϊκή χώρα, αποστέλλοντας στην Κύπρο δύο φρεγάτες, μία εκ των οποίων είναι και το καμάρι του ελληνικού μας Ναυτικού, η πρώτη από τις τέσσερις φρεγάτες Belharra, ο “Κίμωνας”. Και μία δεύτερη φρεγάτα απεστάλη στην Κύπρο, καθώς και δύο ζεύγη οπλισμένων μαχητικών F-16, έτσι ώστε να προστατεύσουμε την Κύπρο από ενδεχόμενες προσβολές είτε από τον Λίβανο είτε από το Ιράν στο έδαφός της».
Ο ίδιος χαρακτήρισε την κίνηση αυτή ως ιδιαίτερα σημαντική σε στρατηγικό επίπεδο, επισημαίνοντας ότι δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά συνολικά τον ελληνισμό. Ταυτόχρονα, ανέδειξε την ανάγκη για ευρύτερη κινητοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζοντας ότι η προστασία της Κύπρου συνιστά προστασία ευρωπαϊκού εδάφους.
Η στάση της αντιπολίτευσης απέναντι στην κρίση και τη στήριξη της Κύπρου διαμορφώνεται σε μια γραμμή που συνδυάζει την εθνική αλληλεγγύη με σαφή όρια ως προς την εμπλοκή της Ελλάδας. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ–ΚΙΝΑΛ Νίκος Ανδρουλάκης υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους στήριξης της Κύπρου ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τονίζοντας παράλληλα ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να συμμετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις ούτε να επιτρέψει τη χρήση των βάσεών της για τέτοιους σκοπούς.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ Σωκράτης Φάμελλος χαρακτήρισε τη στήριξη προς την Κύπρο «αυτονόητη και αδιαπραγμάτευτη», ζητώντας ωστόσο μεγαλύτερη θεσμική συνεννόηση, όπως η σύγκληση Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, και επιμένοντας στην αποφυγή εμπλοκής της χώρας στον πόλεμο. Συνολικά, η αντιπολίτευση εμφανίζεται να συγκλίνει ως προς την ανάγκη στήριξης της Κύπρου, διαφοροποιείται όμως ως προς τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης, δίνοντας έμφαση στη συλλογική λήψη αποφάσεων και στον περιορισμό της στρατιωτικής εμπλοκής.
Προσαρμογή στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Κύπρο δεν συνιστούν επιστροφή στο Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου με την παραδοσιακή του μορφή. Το αρχικό δόγμα υπήρξε μια συγκροτημένη διακρατική συμφωνία με σαφείς πολιτικο-στρατιωτικές δεσμεύσεις. Αντίθετα, η σημερινή αντίδραση της Ελλάδας είχε χαρακτήρα άμεσης και συγκυριακής παρέμβασης, που υπαγορεύτηκε από τις εξελίξεις στην περιοχή και την ανάγκη ταχείας αντίδρασης.
Την ίδια στιγμή, στην κυπριακή πλευρά φαίνεται να διαμορφώνεται μια διαφορετική στρατηγική λογική. Η έμφαση δεν δίνεται απαραίτητα στην αναβίωση ενός παλαιού δόγματος, αλλά στην ενίσχυση του ρόλου της Κύπρου ως προκεχωρημένου πυλώνα της Ευρωπαϊκή Ένωση στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο, το άρθρο 42 παράγραφος 7 αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως εργαλείο πολιτικής και θεσμικής στήριξης, χωρίς όμως να συνεπάγεται αυτόματη στρατιωτική εμπλοκή.
Άλλωστε, όπως και το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, η συγκεκριμένη ρήτρα αφήνει στα κράτη-μέλη την ευχέρεια να καθορίσουν το είδος της συνδρομής που θα προσφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ δεν εξασφαλίζει άμεση στρατιωτική επέμβαση, ενισχύει το συνολικό πλαίσιο αποτροπής και πολιτικής στήριξης.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να κινηθούν πολυεπίπεδα: να επανεξετάσουν την έννοια του ενιαίου αμυντικού χώρου σε σύγχρονη εκδοχή, να ενισχύσουν τριμερείς και περιφερειακές συνεργασίες και, ταυτόχρονα, να αξιοποιήσουν τα εργαλεία που προσφέρει η ευρωπαϊκή διάσταση.
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Πολιτική”, 21-3-2026)