Ανοιχτό πολεμικό μουσείο και τοπόσημο μνήμης το Πολυβολείο Ωραιοκάστρου

Η μελέτη του έργου έχει ήδη λάβει την έγκριση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής Θεσσαλονίκης – Μέσα στο νέο έτος παρουσιάζεται το συνολικό masterplan αξιοποίησης των χώρων ιστορικού ενδιαφέροντος

 της Βαρβάρας Ζούκα

Άγνωστο επί δεκαετίες στους περισσότερους και σχεδόν αθέατο μέσα στον ορεινό όγκο, στο Δασόκτημα Ωραιοκάστρου, ένα πολεμικό κατάλοιπο, που η ιστορία του ξεκινά από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετασχηματίζεται σε ένα ισχυρό τοπόσημο μνήμης. Πρόκειται για το Πολυβολείο, το οποίο πρόκειται να αναδειχθεί σε ένα ανοιχτό πολεμικό μουσείο και σε σημείο αναφοράς μιας μοναδικής πολιτιστικής διαδρομής, με την προσδοκία να εντάξει το Ωραιόκαστρο στους διεθνείς χάρτες ιστορικού και θεματικού τουρισμού.

Η τουριστική και πολιτιστική αξιοποίηση της θέσης Πολυβολείο εντάσσεται στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδιασμού της διοίκησης του Παντελή Τσακίρη στον δήμο Ωραιοκάστρου για την ανάδειξη και την ενοποίηση σε ένα μεγάλο ιστορικό πάρκο διαφόρων χώρων της περιοχής, που όλοι μαζί συνθέτουν τη μνήμη της ιστορίας και του πολέμου στο Ωραιόκαστρο.

Σύμφωνα με τον κ. Τσακίρη, το masterplan για όλους τους ιστορικούς χώρους πρόκειται να παρουσιαστεί μέσα στη νέα χρονιά. Ο δήμαρχος Ωραιοκάστρου κάνει λόγο για ένα πολυδιάστατο πρόγραμμα, που ενισχύει την ταυτότητα του τόπου, και για ένα σύγχρονο πολιτιστικό όραμα, που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον. Το Πολυβολείο θα αποτελέσει το σημείο αναφοράς και έναρξης των διαδρομών αυτού του μεγάλου ιστορικού πάρκου το οποίο σχεδιάζεται να διαμορφωθεί στην περιοχή του Ωραιοκάστρου.

Η μελέτη για την ανάδειξη του Πολυβολείου έχει εκπονηθεί στο πλαίσιο συνεργασίας του δήμου Ωραιοκάστρου με την Αναπτυξιακή Μείζονος Αστικής Θεσσαλονίκης Α.Ε. -Αναπτυξιακός Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΜΑΘ Α.Ε.-ΑΟΤΑ) και έχει ήδη λάβει την έγκριση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής Θεσσαλονίκης.

 

Μοναδική στο είδος της τουριστική διαδρομή

Όπως περιγράφεται στην αρχιτεκτονική μελέτη του έργου, που φέρει την υπογραφή της Μαρίας Γεωργίου, βασική επιδίωξη είναι η περιοχή του Πολυβολείου να αποτελέσει ένα σημείο αναφοράς μιας ευρύτερης τουριστικής διαδρομής πολιτιστικού ενδιαφέροντος,· που θα είναι μοναδική στο είδος της, καθώς θα συνδυάζει ιστορία και φυσικό τοπίο.

Με την προτεινόμενη ανάπλαση, ο χώρος του Πολυβολείου θα αποτελέσει την απαρχή μιας γενικότερης ιστορικής περιήγησης με ενδιαφέροντα σημεία στάσης και ενημέρωσης, ξεκούρασης και φωτογράφησης, συνδέοντας και αναδεικνύοντας το δυναμικό τους, ώστε να λειτουργήσουν ως τόποι αναμνήσεων.

«Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας ενεργός, δημόσιος χώρος· πολιτισμικού ενδιαφέροντος, με ξεχωριστή ταυτότητα, που θα επαναπροσδιορίζει τη σχέση των πολιτών με την ιστορία του τόπου και με το έντονο φυσικό στοιχείο που επικρατεί», περιγράφεται στη μελέτη του έργου.

 

Ήπιες επεμβάσεις με τα χέρια

Οι επεμβάσεις στο τοπίο θα είναι ήπιες, ώστε να διατηρούνται η μυσταγωγία και ο χαρακτήρας του χώρου, ενώ όλες οι εργασίες θα εκτελεστούν με τα χέρια και με εργαλεία χειρός χωρίς τη χρήση μηχανικών μέσων.

Η βασική διαδρομή προς το Πολυβολείο πατάει πάνω στα ίχνη της υφιστάμενης πορείας ανάβασης, που καθίσταται περισσότερο βατή και οριοθετημένη. Οι χώροι στάσης που δημιουργούνται εναρμονίζονται με το τοπίο με την κατασκευή καθισμάτων λαξευμένων στους υπάρχοντες βράχους,· ενώ και οι σημάνσεις που προβλέπεται να τοποθετηθούν σχεδιάζονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να ταιριάζουν στο τοπίο τόσο μορφολογικά όσο και οπτικά.

Στον χώρο μπροστά από το κτίσμα του Πολυβολείου διαμορφώνεται ένα μεγάλο αμφιθεατρικό καθιστικό, λαξευμένο στον βράχο. Νότια του Πολυβολείου, υφίσταται ένα δεύτερο πλάτωμα, που επίσης θα λειτουργήσει ως χώρος στάσης.

Από τη μελέτη του έργου προβλέπεται φωτισμός που να αναδεικνύει τον χώρο και να δημιουργεί προϋποθέσεις για ασφαλή και λειτουργική περιήγηση, χωρίς να δημιουργούνται οχλήσεις για την πανίδα της περιοχής.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην επιλογή των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη μελέτη του έργου, «επιλέγονται υλικά στη χρωματική παλέτα του τοπίου, σκληρά και τραχιά, ώστε να αποδώσουν συμβολικά τη σκληρότητα του πολέμου. Ωστόσο, αν και τα υλικά είναι σκληρά, η γενική αίσθηση του χώρου είναι ήρεμη και γαλήνια».

Μεταξύ άλλων χρησιμοποιούνται πέτρα και ξύλο, είτε στη φυσική τους μορφή είτε με ελάχιστη επεξεργασία, όπως και στοιχεία από χάλυβα Corten, ένα υλικό ιδιαίτερα ανθεκτικό, το οποίο έχει την ιδιότητα να αποχρωματίζεται φυσικά με την πάροδο των χρόνων και που με τον κατάλληλο χειρισμό μπορεί να δίνει την αίσθηση γλυπτού.

 

Τα πολιτιστικά τεκμήρια

Σύμφωνα με τη μουσειολόγο Μελίνα Παπαδοπούλου, που υπογράφει τη μουσειολογική μελέτη του έργου, στο Ωραιόκαστρο καταγράφεται μια διευρυμένη πολεμική διαχρονία, που ξεκινάει από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίζει στον Β΄ Π.Π. μέχρι και στον Εμφύλιο.

«Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν κατάλοιπα αυτής της πολεμικής διαχρονίας. Ξεκινάμε τη μεγάλη συνθήκη αξιοποίησης από ένα από τα πιο ταπεινά πολεμικά κατάλοιπα. Στη θέση Πολυβολείο ουσιαστικά υπάρχει ένα τοποτηρητήριο, μια περιοχή θέασης στον λόφο, που χρησιμοποιήθηκε σε όλες αυτές τις περιόδους», εξηγεί η κ. Παπαδοπούλου.

Στην πρώτη στάση που έχει σχεδιαστεί παρουσιάζεται στον επισκέπτη του ανοιχτού μουσείου και το πρώτο πολιτιστικό τεκμήριο. Πρόκειται για ένα σκίτσο του Άγγλου αντισυνταγματάρχη John Bois, ο οποίος στις 9 Ιουνίου 1916, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε βρεθεί στο ύψωμα αυτό με καθήκον να αποτυπώσει το τοπίο.

«Οι αξιωματικοί του βαθμού του είχαν συχνά την ευθύνη της καταγραφής: χαρτογραφήσεις, σκίτσα του εδάφους, σημειώσεις για τις στρατιωτικές θέσεις. Η αποστολή του ήταν σαφής: να τεκμηριώσει με ακρίβεια ένα στρατηγικό σημείο του Μακεδονικού Μετώπου», επισημαίνουν οι μελετητές του έργου, τονίζοντας την ίδια ώρα ότι το σκίτσο του Άγγλου αντισυνταγματάρχη «είναι ταυτόχρονα στρατιωτικό τεκμήριο, αλλά και προσωπική εξομολόγηση -ένα ίχνος όπου η ψυχρή καταγραφή συναντά τη συγκίνηση». Το σκίτσο αυτό πλαισιώθηκε από ένα ηχητικό αφήγημα, το οποίο θα μπορούν να ακούσουν μέσω του κινητού τους τηλεφώνου οι επισκέπτες του χώρου.

Σύμφωνα με την κ. Παπαδοπούλου, το κύριο αφήγημα που συνοδεύει την πρόταση για το ανοιχτό πολεμικό μουσείο έχει να κάνει με την εμπειρία του απλού στρατιώτη, δεδομένου ότι στην περιοχή αυτή πολέμησαν στρατιώτες από πολλά κράτη. Αυτό το πιστοποιεί και το δεύτερο τεκμήριο που αξιοποιείται. Πρόκειται για μια ιστορική φωτογραφία, που βρίσκεται στο αρχείο του Βρετανικού μουσείου Imperial War Museum. Είναι στην πραγματικότητα μια χριστουγεννιάτικη κάρτα από τη Θεσσαλονίκη, «μια πολυεθνική σύνθεση στρατιωτών της Αντάντ, που αποτυπώνει τον ιδιότυπο χαρακτήρα του Μακεδονικού Μετώπου: ένα μέτωπο όπου Έλληνες, Γάλλοι, Σέρβοι, Βρετανοί και άλλοι στρατιώτες έδρασαν πλάι-πλάι, μοιραζόμενοι κοινές δυσκολίες, φόβους και προσδοκίες». Όπως περιγράφεται στη μουσειολογική μελέτη του έργου, η πολυεθνική αυτή διάσταση είναι κεντρική στο αφήγημα του ανοιχτού πολεμικού μουσείου που προτείνεται, καθώς ο χώρος του Πολυβολείου αποτελεί κι αυτός μέρος αυτής της ευρύτερης πολεμικής εμπειρίας. «Και είναι αντιληπτό πόσο θα ενδιέφερε επισκέπτες από άλλα κράτη να έλθουν και να βρουν ένα αφήγημα που θα τους αφορά τόσο πολύ όσο αυτό», αναφέρει η κ. Παπαδοπούλου.

 

Τα τέσσερα σημεία διάδρασης

Σύμφωνα με τη μουσειολόγο Μελίνα Παπαδοπούλου, προβλέπονται ένα αντίγραφο, ένα δίδυμο του Πoλυβολείου, και τέσσερα σημεία διάδρασης για τον επισκέπτη.

Δημιουργούνται ένα σημείο το οποίο προσφέρεται για μακρινή θέαση με μόνιμα κιάλια, που θα είναι προσαρτημένα σε ένα επίμηκες μεταλλικό στοιχείο, μια πύλη-καδράρισμα του Πολυβολείου, μια πύλη ανάγνωσης της ιστορικής πληροφορίας και μια πύλη με συσκευή τύπου Viewmaster.

«Στην περιοχή υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει ηλεκτρονικό ρεύμα, οπότε δεν μπορείς να τοποθετήσεις οθόνες. Για να δώσουμε ένα στίγμα, σκεφτήκαμε τα Viewmasters που είχαμε ως παιδιά. Βρέθηκε ο κατάλληλος κατασκευαστής που θα δημιουργήσει αυτό το Viewmaster χώρου, μέσα από το οποίο χειροκίνητα ο επισκέπτης θα μπορεί να δει τις φωτογραφίες αρχείου που θα του παρέχουμε τρισδιάστατες», εξηγεί η κ. Παπαδοπούλου.

 

Σε σύστημα Μορς

Όσο για την πύλη που αφορά την ανάγνωση της ιστορικής πληροφορίας θα κρύβει ένα κείμενο σε σύστημα Μορς. «Θα δίνουμε παράλληλα και την αλφαβήτα σφυρηλατημένη πάνω στο Corten κι έτσι ο επισκέπτης θα πρέπει να χρησιμοποιήσει τα γράμματα, για να δει ποιο είναι το μήνυμα», προσθέτει η μουσειολόγος.

Παράλληλα, θα σχεδιαστεί και ένα μουσικοπαιδαγωγικό πρόγραμμα, το οποίο θα αφορά τις επισκέψεις σχολείων στο ανοιχτό μουσείο. Και το πρόγραμμα αυτό, όπως επισημαίνει η κ. Παπαδοπούλου, θα στηρίζεται στη γλώσσα Μορς.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Πολιτική”, 27-12-2025)